06. Σκιάχτρο - Έτσι βλέπω τις πεταλούδες

Facebook page: www.facebook.com/profile.php?id=100063504697233 Spotify: open.spotify.com/artist/2xj9xiYRVbz7sRc9op3kfW Μουσική Παραγωγή: Tsekos/Σκιάχτρο Μίξη/Mastering: Tsekos Προγραμματισμός: Tsekos Artwork: Aristoteles Yaprakas Παρουσίαση δίσκου 20 Ιανουαρίου: https://www.facebook.com/events/56925... Στίχοι Φτιάξε τον κήπο σου και οι πεταλούδες θα ‘ρθουνε. Κι αν φύγουνε κάποτε, στάλα μην λυπηθείς ήσουν μέρος της διαδρομής τους κι όπου κι αν φτάσουνε, πάντοτε κάτι δικό σου θα ‘χουνε μαζί τους, λες. Άνθρωπε, μην λες «τώρα τι κάνουμε;» γιατί όσο πάλευες με λάθη σου να φτιάξεις το αύριο, η συγγνώμη σου μπορεί να απάλυνε για κάποιον άλλον λιγάκι το χθες. Εδώ που ο χρόνος και οι ζωές μας γίναν έννοιες σχετικές. Εδώ σιχάθηκες να ‘σαι το δεδομένο μα ταυτόχρονα ψάχνεις το ασφαλές;! Αν σε ερωτεύτηκε ως κάτι το ασαφές, θα σ’ αγαπά σ’ όλες σου τις μορφές. Άνοιξε την καρδιά της και είπε δες. Αφού στην τελική είναι όλα οπτικές ίσως καπνίζει ακόμα απλά για να έχει ευχές. Νιώθεις; Νιώθαν οικογένεια μονάχα στις γιορτές. Μα η αγάπη κρύβεται στα απλά. Στις κρύες χαραυγές πριν φύγεις βιαστικά για την δουλειά στον τρόπο που σου φτιάχνει nes. Αφού η χαρά δεν είναι κάτι το διαρκές, παλεύει ξανά και ξανά να ζείτε τις ίδιες στιγμές που μοιάζαν όμορφες, μα πια τις λες ρουτίνα. Αυτή κοιμάται στο Ντουμπάι, στο Ραμπάτ μα και στο Κάιρο σε μια νύχτα μα πάντα ξυπνάει Αθήνα, εδώ και χρόνια. Ονειρεύεται ταξίδια από χώρα σε χώρα. Μα εσύ δεν θα πήγαινες, για αυτό και αυτή καιρό κοιμάται χώρια. Τα βράδια φεύγαν μόνα… ίδια προβλήματα σε αλλαγμένα σεντόνια. Μα μια φορά… Αφού δεν έμαθε να εκφράζεται, άνοιξε το μυαλό του και είπε «μπες.» Μια Δευτέρα, σαν όλες τις Κυριακές. Εκείνο το πρωινό ήταν ο πιο όμορφος καφές, γιατί δεν έφυγες. -Αν φύγουμε, θα φύγουμε μαζί σαν μαχητές, της είπες και ξάπλωσες δίπλα της μετά από χρόνια και ένιωσες τόσο άνετα, κι ας ήταν καναπές. Στα στήθη της τομές… την κάνουν άβολα να νιώθει με το σώμα της. Μα αυτός της θύμισε τα τότε λόγια της: -"Αν με ερωτεύτηκες ως κάτι το ασαφές, θα σ’ αγαπώ σ’ όλες σου τις μορφές". Αποκοιμήθηκαν γλυκά σαν οικογένεια κι η οικογένεια γιορτάζει όλο τον χρόνο. Κι ήταν στα μάτια τους οι λόφοι της Αθήνας πυραμίδες, τα δέντρα ουρανοξύστες και ο καπνός τόσο γλυκός σαν ναργιλές απ’ το Μαρόκο. -«Έτσι κι αλλιώς στην τελική είναι όλα οπτικές, εγώ πώς νιώθω!». Άνοιξε την κουρτίνα, ο κήπος είχε μαραθεί, οι τριανταφυλλιές, το φυλλοβόλο, το αειθαλές, τα φύλλα σκούρα. Καθίσαν στο περβάζι συζητώντας, χαμηλώσαν τα τραγούδια. -Σ’ αγάπησα σ’ όλες μας τις λιακάδες, σ’ είχα ανάγκη όμως σ’ όλες τις συννεφιές. -Αν βρέξει οι άνθρωποι χρειάζονται σκεπές... -Μα αν κάτι ένιωσα να λέω «σπίτι μας», αυτό δεν είν’ τα τούβλα… Βλέπεις καμιά φορά μέσα μας βρίσκουμε αυτόν που λέμε Ιούδα. Τι και αν ο κήπος μας δεν έχει πια λουλούδια. -«Σου χρωστώ μια συγγνώμη.» κι η συγγνώμη του έγινε, στην καρδιά της, πεταλούδα.